ἐργαλεῖον

ἐργᾰλ-εῖον, [dialect] Ion. [suff] ἐργᾰλ-ήϊον, Cret. [full] ϝεργαλεῖον Schwyzer 180, τό
A

, (ἔργον)

tool, instrument,

Hdt.3.131

, Th.6.44, Pl.Plt.281c, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐργαλεῖον — tool neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργαλεῖα — ἐργαλεῖον tool neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργαλείοις — ἐργαλεῖον tool neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργαλείου — ἐργαλεῖον tool neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργαλείων — ἐργαλεῖον tool neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργαλείῳ — ἐργαλεῖον tool neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργαλείο — το (AM ἐργαλεῑον Α και ιων. τ. ἐργαλήιον) όργανο το οποίο χειρίζεται κανείς για την εκτέλεση κάποιας τεχνικής εργασίας. νεοελλ. 1. απαραίτητο μέσο για μελέτη, σπουδή κ.λπ. («τα εργαλεία τής μελέτης, τής ειδικότητας») 2. το πέος μσν. πολεμική… …   Dictionary of Greek

  • algalia — I (Del ár. al galiya, almizcle.) ► sustantivo femenino Sustancia untuosa de olor fuerte, obtenida de una bolsa que tiene cerca del ano el gato de algalia. SINÓNIMO [ambarina] civeto II (Del gr. ergaleion, herramienta < érgon, obra.) ►… …   Enciclopedia Universal

  • αργαλειός — Το όργανο με το οποίο υφαίνουν, ο υφαντικός ιστός ή ανυφανταριό, ανυφαντήρι, αργαστήρι και γούβα. Λέγεται και εργαλειός και αργαλειοεργαλειό. Ο α. είναι γνωστός από τα πανάρχαια χρόνια (Όμηρος). Υπάρχουν τρία βασικά είδη α., ο πανήσιος, που είναι …   Dictionary of Greek

  • καλλιγραφικός — ή, ό (AM καλλιγραφικός, ή, όν) [καλλιγράφος] νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην καλλιγραφία, ο γραμμένος με ωραία γράμματα 2. φρ. «καλλιγραφικά στοιχεία» τυπογραφικά στοιχεία που αναπαράγουν γράμματα γραμμένα με το χέρι μσν. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • καρχήσιο — το (Α καρχήσιον και δωρ. τ. καρχάσιον) το άνω άκρο τού ιστού τών ιστιοφόρων πλοίων αρχ. 1. είδος επιμήκους ποτηριού, κυπέλλου με δύο λαβές που εκτείνονταν από τα χείλη μέχρι τη βάση του, το οποίο αναφέρεται από πολλούς αρχαίους συγγραφείς ως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.